Analogue Copier how it works

Είναι, μήπως, «μηδενική» η ‘αξία’ του φωτοαντιγράφου;

Πρόσφατα, ως εργαστήριο (www.makrisforensics.gr) ασχοληθήκαμε με δύο [2] υποθέσεις που είχαν ως επίδικα στοιχεία φωτοαντίγραφα, στη μία περίπτωση φωτοτυπίες επιταγών (μη εξακριβωμένης «γενεάς» και χωρίς τη βεβαίωση της γνησιότητας του φωτοαντιγράφου) και στην άλλη περίπτωση φωτοτυπίες πολλών -πρόχειρων- σελίδων με χειρόγραφες σημειώσεις και αριθμητικά ποσά, όπου -και στις δύο περιπτώσεις- έπρεπε να διακριβωθεί η αυθεντικότητά τους.

Στην 1η περίπτωση (στο ποινικό σκέλος της υπόθεσης) μας ζητήθηκε να διακριβωθεί η αυθεντικότητα των υπογραφών στη θέση του «εκδότη» και του «1ου οπισθογράφου» των επιταγών ενώ στην άλλη [2η περίπτωση -των πρόχειρων σημειώσεων-] να διακριβωθεί κατά πόσον τα αναγραφόμενα (δηλαδή τα ποσά και οι χειρόγραφες ενδείξεις) μπορούν να είναι αληθή και δεν έχουν υποστεί κάποια νόθευση, ώστε να δείχνουν υπέρογκα και εξ’ αυτού -και μόνο του λόγου- να μπορούν να δικαιολογήσουν μεγάλα πρόστιμα και άλλες παρεπόμενες ποινές ή επιπτώσεις, από τις φορολογικές Αρχές.

Άποψη μου είναι, δεδομένης και της πολυετούς εμπειρίας μου τόσο στην Εγκληματολογική Υπηρεσία της Αστυνομίας όσο και ως πραγματογνώμονας ιδιωτικά, ότι οι φωτοτυπίες δεν παρέχουν «ασφαλή» δεδομένα, η αξιολόγηση των οποίων να μπορεί να εδραιώσει ένα ισχυρό γραφικό συμπέρασμα που να συσχετίζει -με βεβαιότητα (το τονίζω)- τα επίδικα φωτοαντίγραφα[1] είτε με συγκεκριμένα άτομα είτε με ‘καταστάσεις’.

Αυτό συμβαίνει γιατί οι φωτοτυπίες παράγονται με τη διαδικασία της φωτομεταφοράς της εικόνας του εικονιζόμενου εγγράφου (από κάποια «πηγή» ως «πρωτότυπο»), το οποίο αναπαράγεται συνήθως σε ανάλυση 300dpi (σπάνια 600dpi), χωρίς όμως το προϊόν της φωτοτυπικής αναπαραγωγής να μπορεί να παρέχει όλα εκείνα τα κρίσιμα γραφικά στοιχεία που μπορούν να αποδείξουν τη γνησιότητα και την αυθεντικότητα των επ΄ αυτών ενδείξεων.

Ποια είναι, άραγε, εκείνα τα γραφικά στοιχεία που δεν διαπιστώνονται στη φωτοτυπία;

  • ο τύπος του γραφικού μέσου που χρησιμοποιήθηκε κατά τη χάραξη
  • η ποιότητα της γραμμής χαράξεως, που αξιολογείται ως ιδιαίτερα κρίσιμο γραφικό στοιχείο για τη διαπίστωση προσπάθειας απομίμησης, παραποίησης ή και νόθευσης
  • ο ακριβής τρόπος σχηματισμού των ενδείξεων, είτε της υπογραφής είτε του κειμένου (των γραμμάτων / αριθμών), άσχετα αν μερικές φορές συνάγεται (χωρίς να αποδεικνύεται)
  • τα τριχοειδή σημεία έναρξης & απόληξης των διαφόρων χαράξεων (είτε των υπογραφών είτε των χειρόγραφων ενδείξεων) καθώς και οι τυχόν «στάσεις» του γραφικού μέσου που μπορεί να υποδηλώνουν «ελεγχόμενη» χάραξη
  • η ταχύτητα χαράξεως σε συνδυασμό με την εμφαινόμενη ευχέρεια αλλά και τη (συγκριτικά αξιολογούμενη) γραφική πίεση, η οποία στις πρωτότυπες χαράξεις μεταβάλλεται φυσιολογικά κατά την κίνηση της ακίδας του γραφικού μέσου, δίνοντας ένα βάθος χάραξης, πάντα σε συνάρτηση με το γραφικό υπόστρωμα, το οποίο όταν αλλάζει δίνει διαφοροποιημένη εικόνα της χαρακτικής εμβάθυνσης.

Δεν είναι λίγοι -δυστυχώς- εκείνοι οι «ειδικοί» που και σήμερα πιστεύουν ότι κάποια από τα ανωτέρω μπορούν πράγματι να προκύψουν ακόμη και από φωτοτυπίες!

Εξ’ αντιθέτου υπάρχουν και δικαστές (ευτυχώς λίγοι) που δέχονται, εύκολα και χωρίς ενδοιασμούς, τα βεβαιωτικά «συμπεράσματα» από φωτοτυπίες, που εν πολλοίς εδράζονται σε μη αποδεδειγμένα γραφικά ευρήματα και έτσι οδηγούνται -σε πολλές περιπτώσεις- είτε σε λανθασμένα είτε σε μη θεμελιωμένα, επαρκώς, νομικά «πορίσματα», δηλαδή σε έωλα πορίσματα γραφικού συσχετισμού ή αποκλεισμού, προς τη λάθος κατεύθυνση.

Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι ο πλαστογράφος είναι -σχεδόν πάντα- προνοητικός, φροντίζοντας πρωτίστως να είναι επιμελής, θέλει δε πάντα να παραπλανήσει εκείνους που θα προσπαθήσουν να «αξιολογήσουν» το έγγραφο που «κατασκεύασε», είτε το δουν «με τη πρώτη ματιά» είτε το εξετάσουν ως «ειδικοί».

Η προσέγγιση -που εσφαλμένα συνηθίζεται- από πολλούς «ειδικούς» να εξετάζουν φωτοτυπίες και διατυπώνουν συμπεράσματα, καλυπτόμενοι κάτω από την επινοητική φράση:

«τα κατωτέρω διατυπώνονται με την επιφύλαξη εξέτασης του πρωτοτύπου»

όχι μόνο δεν βοηθά το δικαστή, αντιθέτως τον παραπλανά, δημιουργώντας του -σε πολλές περιπτώσεις- εικονική δικανική πεποίθηση, αποτέλεσμα της οποίας είναι να προκύπτουν εσφαλμένες αποφάσεις.

Εργαστηριακοί πειραματισμοί -σε πραγματικές υποθέσεις- απέδειξαν -πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας- ότι όλα μπορούν να έχουν συμβεί στα φωτοαντίγραφα, είτε με τροποποίηση προηγούμενων φωτοαντιγράφων (προηγηθέντων «γενεών») -πλαστογραφία σε φωτοτυπία και εκ νέου φωτοτυπία- είτε με τροποποίηση εξ’ υπαρχής πλαστών (πλαστογραφία και εμφάνιση φωτοτυπίας του πλαστού) είτε με νόθευση γνησίων προς κατασκευή πλαστών (νόθευση και παραγωγή φωτοτυπιών) κτλ.

Είναι τέτοια δε η ποικιλία των ενεργειών στις οποίες μπορεί να προβεί ο κάθε επίδοξος -εφήμερος ή συστηματικός- πλαστογράφος, που είναι αδύνατον να προβλεφθούν στο πλαίσιο της παρούσης αναφοράς.

Ερωτήματα προς αξιολόγηση και προβληματισμό:

  • Είναι πράγματι η φωτοτυπία ένα έγγραφο που μπορεί να στηρίξει μία δίκαιη δίκη ή είναι ένα έγγραφο που απλά μπορεί -εντελώς πιθανολογικά- να βοηθήσει τις ανακριτικές Υπηρεσίες στην περαιτέρω διερεύνηση μίας υπόθεσης;
  • Πρέπει τα δικαστήρια ή ακόμη και οι προανακριτικές Υπηρεσίες να βασίζονται σε συμπεράσματα που στηρίζονται στην εξέταση των φωτοτυπιών ή μήπως πρέπει να απαιτούν πάντα την εξέταση των πρωτότυπων εγγράφων;

 

[1] εξαιρουμένων κάποιων λίγων περιπτώσεων -που αναφέρονται στα ίχνη [«ελαττώματα»] της φωτοαναπαραγωγικής διαδικασίας και στον «κωδικό» των έγχρωμων φωτοτυπικών μηχανημάτων [Machine Identification Code]